ανατολίτικος

[анатоликос] εκ. восточный

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανατολίτικος" в других словарях:

  • ανατολίτικος — η, ο 1. αυτός που ανήκει στην Ανατολή, στις χώρες της Ανατολής 2. αυτός που έρχεται από την Ανατολή ή θυμίζει Ανατολή (ανατολίτικα τραγούδια, ανατολίτικη νοοτροπία) …   Dictionary of Greek

  • ανατολίτικος — η, ο αυτός που έχει σχέση με την Ανατολή, τη Μικρασία: Μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα (Παλαμάς) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ίτικος — κατάλ. επιθέτων τής Νέας Ελληνικής η οποία σχηματίστηκε από τη σύναψη τής κατάλ. ίτης με την κατάλ. ικός και δηλώνει καταγωγή, προέλευση και, γενικά, αυτό που ανήκει ή αναφέρεται σε εκείνο που σημαίνει το αντίστοιχο όν. σε ίτης (πρβλ. ανατολ… …   Dictionary of Greek

  • ανατολή — I Αγία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Θανατώθηκε με ξίφος στους διωγμούς του Νέρωνα, μαζί με την αδελφή της Φωτεινή. Η μνήμη της τιμάται στις 26 Φεβρουαρίου. II Ονομασία έξι οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 140 μ., 200 κάτ.) του νομού Σερ ρών …   Dictionary of Greek

  • αράπικος — η, ο 1. ο σχετικός με τον Αράπη ή την Αραπιά 2. «αράπικα φιστίκια» είδος φιστικιού, καρπός της αραχίδας 3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα αράπικα η αραβική γλώσσα 4. (το αρσ. ή το ουδ. ως ουσ.) χορός της κοιλιάς, ανατολίτικος …   Dictionary of Greek

  • τεμενάς — ο, Ν 1. ανατολίτικος χαιρετισμός με βαθιά υπόκλιση και ανύψωση τού δεξιού χεριού από κάτω προς το στήθος, το στόμα και το μέτωπο 2. στον πληθ. οι τεμενάδες (κατ επέκτ.) εκδήλωση δουλικής υποταγής («αυτός δεν κάνει τεμενάδες σε κανέναν»). [ΕΤΥΜΟΛ …   Dictionary of Greek

  • τσιφτετέλι — το, Ν ανατολίτικος χορός, γνωστός και ως χορός τής κοιλιάς. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. τουρκ. προέλευσης] …   Dictionary of Greek

  • Σεράγεβο — Αναφέρεται και Σαράγιεβο (Sarajevo). Πρωτεύουσα (4.476.687 κάτ.) της Δημοκρατίας Βοσνίας Ερζεγοβίνης στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Βρίσκεται στην κοιλάδα του Μίλιατσκα, σε ορεινή περιοχή, μεταξύ Όζρεν Πλάνινα (1.452 μ.) προς Β, Ρομάνιγια Πλάνινα… …   Dictionary of Greek

  • τεμενάς — ο πληθ. άδες (λ. τουρκ.) 1. ανατολίτικος χαιρετισμός με βαθιά υπόκλιση και ανύψωση του χεριού από κάτω προς το στήθος, το στόμα, το μέτωπο. 2. εκδήλωση δουλικής υποταγής: Δεν κάνω τεμενάδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.